
Γράφει ο Δρ Αθανάσιος Ε. Δρούγος, Διεθνολόγος-Στρατηγικός Αναλυτής
Εκτιμώ ότι ο Ερντογάν – και μετά την απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών μας – έχει αυτοπαγιδευτεί στις μεγαλοστομίες του, είτε πρόκειται για απειλές εναντίον μικρών και μεγάλων, συμπεριλαμβανομένων και ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ, είτε πρόκειται για εξαγγελίες και υποσχέσεις στο εσωτερικό του, είτε για τις βλέψεις και τα σχέδιά του να δημιουργήσει μια Τουρκία που δεν θα είναι απλώς μια περιφερειακή δύναμη (αυτό δεν του το αμφισβήτησε κανένας) αλλά μια μεγάλη δύναμη στη διεθνή πολιτική σκακιέρα.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κέρδισε τις εκλογές, και τώρα τα λόγια πρέπει να γίνουν έργα. Και τώρα διαπιστώνει ότι στη διεθνή πολιτική σκηνή είναι σχεδόν απομονωμένος, αφού οι πρόσκαιρες συμμαχίες και λυκοφιλίες στις οποίες επένδυσε δεν του προσφέρουν όσα προσδοκούσε, ενώ παράλληλα βλέπει την οικονομία του να δέχεται ισχυρά πλήγματα και τη λίρα του να υποτιμάται συνεχώς. Αν συνυπολογίσουμε και το τεράστιο εξωτερικό χρέος της Τουρκίας, καθώς και την ενεργειακή του εξάρτηση από τρίτους, τότε η κατάσταση κάθε άλλο παρά ως ρόδινη διαμορφώνεται. Αν δεν το έχει ήδη διαπιστώσει, σύντομα θα διαπιστώσει ότι δεν είναι σε θέση ισχύος όπως πίστευε. Η αλαζονεία και η έπαρσή του ίσως να μην τον αφήνουν να παραδεχθεί ανοιχτά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται, είναι όμως αρκετά έξυπνος για να το γνωρίζει.
Για να μπορέσει να παραδεχθεί ότι η κατάσταση είναι άσχημη, χρειάζεται μια καλή δικαιολογία, κάποιον που να φταίει ή τουλάχιστον να του ρίξει ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης, ώστε να συσπειρώσει την κοινή γνώμη όταν αυτή θα αρχίσει να διαμαρτύρεται.
Οι συνήθεις ύποπτοι για να φταίνε όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά στην Τουρκία είναι η Ελλάδα, η Κύπρος, και σε πιο διασταλτικό βαθμό η ΕΕ. Θυμάμαι ανώτερο Τούρκο αξιωματικό στην έδρα του ΝΑΤΟ, να μου λέει ότι μεγάλωσε με την άποψη πως για ότι αρνητικό συνέβαινε στην Τουρκία έφταιγε η Ελλάδα, ακόμα κι αν επρόκειτο για προφανώς άσχετα προβλήματα, όπως πχ για θεομηνίες, και ότι αυτή η άποψη μάλιστα καλλιεργούταν ακόμα και μέσα στη στρατιωτική τους ακαδημία (στη δική τους Σχολή Ευελπίδων).
Υπό αυτό το πρίσμα, στην Ελλάδα θα μπορούσε να αρκεστεί μόνο σε ένα θερμό επεισόδιο με στόχο να δείξει παρουσία και ισχύ, και να παγιώσει τις γνωστές διεκδικήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο. Δύσκολα όμως θα επιχειρήσει κάτι περισσότερο από αυτό, αφού σε περίπτωση πιο γενικευμένης κλιμάκωσης ή πολέμου, ο κίνδυνος υποτροπής για την Τουρκία είναι υπαρκτός.. Και φυσικά, η μόνη διεθνής νομιμοποίηση που μπορεί να επικαλεσθεί είναι τα κατά την Τουρκική άποψη κενά των διεθνών συνθηκών που δημιουργούν τις προσφιλείς της «γκρίζες ζώνες», κάτι που και πάλι παραπέμπει μόνο σε διεκδικήσεις μικρών νησίδων και όχι σε κάτι περισσότερο ή πιο γενικευμένο.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στην Κύπρο. Εκεί η προσπάθεια διεθνούς νομιμοποίησης ίσως είναι πιο εύκολη βάζοντας μπροστά τους Τουρκοκύπριους και τα δικαιώματά τους στο φυσικό πλούτο της Κύπρου, ενώ και το τελικό διακύβευμα είναι πολύ πιο ουσιαστικό, αφού μιλάμε για άμεση εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, κάτι που δίνει λύση ή τουλάχιστον ανακουφίζει σημαντικά το πρόβλημα της ενεργειακής εξάρτησης της Τουρκίας από τρίτες χώρες. Και μάλιστα, στην περίπτωση εξωτερίκευσης προς την Κύπρο, οι πιθανότητες ήττας του είναι πολύ περιορισμένες έως ελάχιστες, λαμβανομένων υπόψη των περιορισμένων επιχειρησιακών δυνατοτήτων της μεγαλονήσου, πολύ περισσότερο μάλιστα στον αεροναυτικό τομέα.
Η εκτίμησή μου είναι ότι ο Ερντογάν δεν θα βιαστεί να εξωτερικεύσει τα εσωτερικά του προβλήματα και αδιέξοδα, αλλά θα επιχειρήσει να βελτιώσει τη διεθνή του εικόνα και τις συμμαχίες του, ώστε να περισώσει ότι μπορεί από την καταρρέουσα οικονομία του και να πάρει εγγυήσεις για τη διατήρηση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας. Όταν (και αν) αποφασίσει να εξωτερικεύσει τα εσωτερικά του προβλήματα, τότε θα εκτιμήσει τις δυνατότητες που θα του δίνει η διεθνής κατάσταση και η θέση του στη διεθνή σκακιέρα.




































