
Του Δρ. Βενιαμίν Καρακωστάνογλου*
Η πρώτη σημαντική αρνητική επίπτωση στον τομέα της οικονομίας αφορά τον Τουρισμό, δηλαδή την βαριά «βιομηχανία» μας. Μέχρι πρότινος, η Μακεδονία ως τουριστικός προορισμός ήταν ταυτισμένη διεθνώς με την Ελλάδα, αλλά αυτό άρχισε από το 1991 και μετά σταδιακά να «ξεθωριάζει», καθώς υπήρχε από τότε Κράτος, δηλαδή υποκείμενο της Διεθνούς Κοινότητας, με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας».
Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικότατες επενδύσεις στην τουριστική βιομηχανία και όλο αυτό το κεφάλαιο είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αποδυναμωθεί ή το παραγόμενο εισόδημα θα διαμοιραστεί με τα Σκόπια! Το όνομα Μακεδονία για την Ελλάδα αποτελούσε για αιώνες, και ιδίως στα πλαίσια του νεοελληνικού Κράτους (μετά το 1912), ένα ισχυρό και ελκυστικό brand name, τόσο για την πλούσια και παγκοσμίως γνωστή ιστορία των Μακεδόνων Βασιλέων και ιδίως του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όσο και λόγω των πολλών αρχαιολογικών ευρημάτων, ιδίως των τελευταίων 40 ετών, αλλά και των πεντακάθαρων και πανέμορφων ακτών του παραλιακού μετώπου της Μακεδονίας.
Όλο αυτό το πακέτο τουριστικού προορισμού σε πρώτη φάση άρχισε να συγχέεται και να διεκδικείται από τους Σκοπιανούς, οι οποίοι προσπαθούν είτε να εμφανίσουν την «Αιγαιακή Μακεδονία» ως κατεχόμενο τμήμα της δικής τους επικράτειας, είτε να παραπληροφορούν τους ξένους επισκέπτες για την ταυτότητα των αρχαιολογικών ευρημάτων της Μακεδονίας μας και για τις τοποθεσίες όπου αυτά βρίσκονται, προσπαθώντας να τους προσελκύσουν στο δικό τους έδαφος, όπου βέβαια στα λιγοστά αρχαιολογικά ευρήματα όλες οι επιγραφές είναι στην ελληνική γλώσσα, πράγμα που αδυνατούν να εξηγήσουν και προσπαθούν να καταστρέψουν ή να αποκρύψουν!
Σοβαρό θέμα δημιουργείται και με την ονομασία προέλευσης διαφόρων προϊόντων με τον τίτλο «Μακεδονικός» (τρόφιμα, ποτά και πολλά άλλα), που δεν είναι σαφές πως θα ρυθμιστούν και θα διακριθούν σε κάθε μία από τις δύο χώρες, με υψηλή πιθανότητα να ξεκινήσουν πολυάριθμες δικαστικές αμφισβητήσεις και διαδικασίες. Σημαντικές μπορεί να είναι οι επιπτώσεις στις άλλες συνιστώσες της αγοράς, όπως είναι η πελατεία και η φήμη των Εταιρειών, των προϊόντων και των υπηρεσιών, που θα διεκδικούνται από τους, νομιμοποιημένους πλέον, σφετεριστές του Μακεδονικού ονόματος.
Σε αντίθεση με επιχειρήματα που προσπαθούν να δικαιολογήσουν μία κακή και επισφαλή, όπως-όπως ρύθμιση, του θέματος της ονομασίας των Σκοπίων (με διατήρηση του όρου Μακεδονία σε αυτήν), με μεγάλες, υποτίθεται, ωφέλειες από την αύξηση των οικονομικών δοσοληψιών μας με την γειτονική χώρα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, μετά την περίοδο 1994-1995 που εφαρμόστηκαν τα ελληνικά οικονομικά αντίμετρα κατά της FYROM, οι εμπορικές μας σχέσεις εξελίχθηκαν ιδιαίτερα θετικά και συνεχίζουν χωρίς να επηρεάζονται αρνητικά από την εκκρεμότητα του ονόματος.
Ταυτόχρονα, η τροφοδοσία και οι ποικίλες προμήθειες της οικονομίας των Σκοπίων μέσω του λιμένα της Θεσσαλονίκης και η διασύνδεσή τους τόσο με την Ιταλία όσο και με την Τουρκία, μέσω της Εγνατίας Οδού, συνεχίζονται ακώλυτα και προφανώς με ιδιαίτερα ωφελήματα για την οικονομία τους. Άλλωστε η διαμετοκόμιση προϊόντων από και προς τα Σκόπια μέσω του λιμένα της Θεσσαλονίκης αποτελεί έναν προφανή και αναντικατάστατο οικονομικά μονόδρομο για τη γειτονική μας χώρα! Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι τα ελληνικά κεφάλαια που επενδύθηκαν στην FYROM δημιούργησαν εκεί πάνω από 18.000 νέες θέσεις εργασίας, ενώ μέσω του Ελληνικού Σχεδίου για την Οικονομική Ανασυγκρότηση των Βαλκανίων (ΕΣΟΑΒ), δόθηκαν στη δεκατία του 2000 τουλάχιστον 75 εκατομμύρια Ευρώ οικονομική βοήθεια στα Σκόπια.
Τέλος, ελληνική στρατιωτική μονάδα συμμετείχε το 2001 και μετά, στη διεθνή επιχείρηση συλλογής όπλων από τους πολίτες των Σκοπίων μετά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Σλάβων και Αλβανών εκεί.
(*) Διεθνολόγος, Λέκτορας Τομέα Διεθνών Σπουδών Νομικής Σχολής Α.Π.Θ
Πρ. Αντιδήμαρχος Θεσσαλονίκης και Πρ. Διπλωμάτης Διεθνών Οργανισμών στα Βαλκάνια.
Μέλος Δ.Σ. της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών




































