Ο μελλοντικός προϋπολογισμός της ΕΕ

Ο μελλοντικός προϋπολογισμός της ΕΕ: «Τα μέσα που ανταποκρίνονται στους στόχους μας»;

Του Γιώργου Ανδρέου, επίκουρου καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Στις 2 Μαΐου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια δέσμη γενικών προτάσεων για το «Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο» (ΠΔΠ) 2021-2027, το οποίο καθορίζει τα ανώτατα όρια τόσο των ετήσιων δαπανών της ΕΕ συνολικά όσο και των επιμέρους κατηγοριών δαπανών του προϋπολογισμού για την περίοδο 2021-2027. Οι προτάσεις αυτές εγκαινίασαν την επόμενη μεγάλη διαπραγμάτευση για τον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, η οποία θα λάβει χώρα σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για την Ένωση για τρεις κύριους λόγους.

  • Πρώτον, το μέλλον του ΠΔΠ είναι αλληλένδετο με το μέλλον της της Ευρωζώνης.
  • Δεύτερον, το επόμενο ΠΔΠ συμπίπτει με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία θα δημιουργήσει ένα χρηματοδοτικό κενό της τάξης των 10 δισ. ευρώ ετησίως στον ενωσιακό προϋπολογισμό.
  • Τρίτον, η ΕΕ έχει επισήμως δεσμευτεί ότι θα να αναλάβει μεγαλύτερα δημοσιονομικά βάρη προκειμένου να αντιμετωπίσει μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων όπως η προστασία των συνόρων, η μετανάστευση, η αμυντική ικανότητα της Ένωσης, η προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας κ.α.

Τι είδους ΠΔΠ είναι αυτό που προτείνει η Επιτροπή;

Κατ’ αρχάς, βρίσκεται στα ίδια επίπεδα δαπανών με το ΠΔΠ της τρέχουσας περιόδου και αντιστοιχεί στο 1,08% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της ΕΕ (συγκριτικά, ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός των ΗΠΑ ανέρχεται στο 21% του ΑΕΠ τους).

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση, προτείνεται η θέσπιση τριών νέων «ίδιων πόρων» οι οποίοι θα υπερκαλύψουν το κενό του Brexit. Από την πλευρά των δαπανών, προτείνονται σημαντικές περικοπές στα κονδύλια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της πολιτικής συνοχής (15% και 10% αντίστοιχα), προκειμένου οι δαπάνες για όλες τις υπόλοιπες πολιτικές να ανέλθουν στο 33% του νέου προϋπολογισμού. Τέλος, προτείνεται να δημιουργηθούν δύο νέα χρηματοδοτικά μέσα για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων και τη σταθεροποίηση εντός της Ευρωζώνης, για τα οποία ωστόσο προβλέπονται πολύ περιορισμένοι πόροι.

Το βασικό επιχείρημα της Επιτροπής είναι ότι το προτεινόμενο ΠΔΠ ανταποκρίνεται στις ανάγκες της Ένωσης διότι παράγει τη μέγιστη δυνατή ‘προστιθέμενη αξία’, δηλαδή:

α) Εστιάζεται σε τομείς στους οποίους η Ένωση είναι πιο αποτελεσματική από τα κράτη μέλη

β) Υιοθετεί αιρεσιμότητες οι οποίες διασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητα των δαπανών. Δυστυχώς, η ρητορική περί προστιθέμενης αξίας (η οποία άλλωστε μένει να επιβεβαιωθεί) δεν είναι δυνατόν να καλύψει τη κραυγαλέα αναντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στο ύψος του προϋπολογισμού και την έκταση των προκλήσεων που αυτός καλείται να αντιμετωπίσει. Ακόμα χειρότερα, η απίσχναση της πολιτικής συνοχής, η περαιτέρω ενίσχυση των αιρεσιμοτήτων και η ανακατανομή πόρων εις βάρος των φτωχότερων περιφερειών και χωρών επιβεβαιώνουν την επικράτηση της λογικής της «ανταγωνιστικότητας» και της «εθνικής ευθύνης», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αποτελεσματικότητα αλλά και τη νομιμοποίηση της ΕΕ. Εν κατακλείδι, οι προτάσεις της Επιτροπής είναι κατώτερες των περιστάσεων κι επιβεβαιώνουν την κατίσχυση του διακυβερνητισμού και του μινιμαλισμού στο πεδίο του προϋπολογισμού.

ειδήσεις επικαιρότητας