
Του Γιώργου Κυρίτση
Η Συμφωνία Ελλάδας-πΓΔΜ εγκαινιάζει μια νέα περίοδο, όχι μόνο για τις δύο γειτονικές χώρες, αλλά και για όλα τα Βαλκάνια. Δεν πρόκειται για κούφια πολιτικά λόγια, αλλά για μια ρεαλιστική αποτίμηση σχετικά με την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας, τόσο γεωπολιτικά όσο και οικονομικά.
Όσον αφορά τη διεθνή πολιτική διάσταση, η Συμφωνία διευθετεί μια εκκρεμότητα δεκαετιών σε μια ασταθή περιοχή όπως τα Βαλκάνια και κλείνει ένα ζήτημα εν πολλοίς «ακατανόητο» στη διεθνή κοινότητα. Ένα ζήτημα το οποίο σπαταλούσε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο σε μια υπόθεση που δυστυχώς είχε «λυθεί» εκ των πραγμάτων μετά τους ατυχείς χειρισμούς των αρχών της δεκαετίας του 1990, με την αναγνώριση, επικράτηση και χρήση του ονόματος «Μακεδονία», χωρίς υποσημειώσεις, σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη.
Ακόμη σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι ακυρώνει τη διείσδυση άλλων δυνάμεων στην περιοχή, οι οποίες επιχειρούν να διευρύνουν τη σφαίρα επιρροής τους, εκμεταλλευόμενες πολιτικές και οικονομικές αδυναμίες χωρών που δεν έχουν ευρύτερα περιφερειακά και διεθνή στηρίγματα.
Έτσι ερχόμαστε στην οικονομικές προοπτικές της Συμφωνίας, εξίσου μεγάλης σημασίας με τις γεωπολιτικές – και άμεσα συνδεδεμένες με αυτές. Καταρχάς, η Συμφωνία αποκαθιστά τη φυσική θέση της Θεσσαλονίκης ως βασικού οικονομικού πόλου των Βαλκανίων. Ξαναδίνει στη συμπρωτεύουσα ευρύτερη οικονομική ενδοχώρα και διευκολύνει τις ενδοβαλκανικές και διεθνείς μεταφορές, αναβαθμίζοντας το λιμάνι της σε καίριο –και κύριο– διαμετακομιστικό κέντρο για όλη την περιφέρεια.
Είναι σχεδόν περιττό να αναφερθούν οι δυνατότητες οικονομικής συνεργασίας που θα παρουσιαστούν μέσα από την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων.
Η Ελλάδα παγιώνεται ως η βασικότερη οικονομική δύναμη της περιοχής, με τις προοπτικές επενδύσεων στη γειτονική χώρα να ανοίγουν ακόμη περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Ας μην ξεχνάμε ότι, παρά τις τεταμένες σχέσεις, η Ελλάδα δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται σταθερά ανάμεσα στους πέντε κορυφαίους επενδυτές στην πΓΔΜ.




































