Καμία ελπίδα όσο καταδιώκονται όσοι παράγουν

Καμία ελπίδα όσο συνεχίζεται η καταδίωξη όσων παράγουν και δημιουργούν

Του Θόδωρου Σκυλακάκη, Προέδρου της Δράσης

Διάβαζα χθες ότι με τη νομοθεσία που έχει ψηφιστεί όσοι φορολογούμενοι – φυσικά ή νομικά πρόσωπα – έχουν πτωχεύσει ή «κατέστησαν αφερέγγυοι» με ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 100.000 ευρώ καλούνται να δώσουν χρηματικές εγγυήσεις στην ΑΑΔΕ για να ασκήσουν και πάλι επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου όσοι επιχειρούν έπρεπε να λειτουργήσουν σε μια αγορά που συρρικνώθηκε κατά 25% μέσα σε έξι χρόνια (σε πολλούς κλάδους η συρρίκνωση έφτασε το 75%), η φορολογία αυξήθηκε δραματικά και τα επιτόκια παρέμειναν 3-4 μονάδες πάνω από αυτά των ανταγωνιστών τους στις άλλες χώρες του Ευρώ. Και ζητά «εγγυήσεις» ένα κράτος έντονα παρασιτικό, που όχι μόνο χρεοκόπησε το 2010, αλλά μετέφερε στα επόμενα χρόνια σε ολόκληρη την κοινωνία και ιδίως στον ιδιωτικό τομέα, όχι μόνο τις συνέπειες της χρεοκοπίας του αλλά και την άρνησή του να αλλάξει συνήθειες και νοοτροπία.

Συνοψίζει γλαφυρά η  ιστορία αυτή το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύσαμε μετά το 2010.

Δηλαδή την με κάθε μέσο καταδίωξη των ανθρώπων που εργάζονται και δημιουργούν υπό συνθήκες αγοράς. Βασικό εργαλείο της καταδίωξης δεν είναι βέβαια η συγκεκριμένη διάταξη, αυτή δείχνει απλώς την ολοκληρωτική νοοτροπία που έχει επικρατήσει. Το βασικό πραγματικό εργαλείο της καταδίωξης είναι η ληστρική φορολογία και οι κλεπτοασφαλιστικές εισφορές (που λειτουργούν κι αυτές, κατά παράβαση κάθε κανόνα λογικής και ηθικής, ως κρυφή φορολογία της εργασίας), οι οποίες σε συνδυασμό με την τεράστια οικονομική συρρίκνωση που προκάλεσε η κρατική χρεοκοπία, δημιούργησαν ένα εφιαλτικό οικονομικό περιβάλλον για όσους παράγουν και δημιουργούν.

Η πραγματική πολιτική που εφαρμόστηκε αυτά τα τελευταία χρόνια είχε ως προμετωπίδα τις «μεταρρυθμίσεις». Στην πραγματικότητα το τελικό της αποτέλεσμα ήταν μια βαθιά αντιμεταρρύθμιση εις βάρος της παραγωγής και προς όφελος του παρασιτικού κράτους. Το αποτέλεσμα της είναι ότι όσοι παράγουν στην πραγματική αγορά, εφόσον είναι στοιχειωδώς αποτελεσματικοί και πετυχημένοι, καλούνται να δώσουν το 65-70% αυτού που δημιουργούν σε ένα κράτος που δεν δουλεύει και δεν προσφέρει υπηρεσίες αντίστοιχες με τα χρήματα που παίρνει.

Συνεπώς δεν μένει τίποτε διαθέσιμο για αποταμίευση και επένδυση. Η Ελλάδα εδώ και επτά χρόνια αποεπενδύει και διώχνει τους καλύτερους Έλληνες στο εξωτερικό. Αντί οι περίφημες «μεταρρυθμίσεις» να αυξάνουν την παραγωγική δυναμικότητα της χώρας συστηματικά και ασταμάτητα την συρρικνώνουν.

Το ίδιο το κράτος, που ρουφάει κοντά στο 50% του ΑΕΠ (46% το 2017), το χρησιμοποιεί κατά 90% για κατανάλωση. Οι επενδύσεις του είναι κάτω του 10% των δαπανών του (3,9% του ΑΕΠ το 2017). Που πάει να πει ότι καλείται ο ιδιωτικός τομέας, την ώρα που τον στραγγαλίζουν φορολογικά, να επενδύσει από το υπόλοιπο 54% του ΑΕΠ, το 16% του ΑΕΠ, για να επανέλθει η χώρα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να σταματήσει να αποεπενδύει.

Καλείται δηλαδή ο ιδιωτικός τομέας που του ρουφούν το αίμα, να επενδύσει το 30% του εισοδήματος που του απομένει, την ώρα που το κράτος επενδύσει λιγότερο από το 10%. Κάτι τέτοιο προφανώς ούτε συμβαίνει ούτε πρόκειται να συμβεί, όσο συνεχίζεται η καταδίωξη όσων παράγουν και δημιουργούν από το αποτυχημένο κράτος.

ειδήσεις επικαιρότητας