
Του Γιώργου Παγουλάτου, Καθηγητή Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών
H ελληνική οικονομία βγαίνει από μια Μεγάλη Ύφεση έχοντας πραγματοποιήσει μια τεράστια προσαρμογή, εξαλείψει το διπλό έλλειμμα, υιοθετήσει ένα ευρύ φάσμα μεταρρυθμίσεων τα τελευταία 8 χρόνια (έστω κι αν πολλές παραμένουν στα χαρτιά).
Μια οικονομία «αναδυόμενη», αλλά δεμένη σε ισχυρό νόμισμα και με τον κίνδυνο του Grexit εκτός ορατού, για την ώρα, ορίζοντα. Με πολλά υποτιμημένα, φθηνά, περιουσιακά στοιχεία, με υπερπροσφορά καταρτισμένου και φθηνού (σε σχέση με την προ-κρίσης περίοδο) εργατικού δυναμικού, και με υποαξιοποιημένο κεφάλαιο. Μια οικονομία στην αρχή της κυκλικής ανάκαμψης, που κραυγάζει για επενδυτικές ευκαιρίες. Αυτά είναι τα θετικά στοιχεία, που θα έπρεπε να αποτελούν μαγνήτη για διεθνείς και εγχώριους επενδυτές.
Η αρνητική όψη είναι βέβαια ότι η ανάκαμψη είναι αδύναμη, εάν συγκριθεί με τους πολύ δυναμικότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης της υπόλοιπης Ευρωζώνης το 2017 και 2018. Είναι επίσης η σωρευτική απώλεια των ετών 2015 και 2016, που θα μπορούσαν να ήταν χρονικές ανάπτυξης αντί συρρίκνωσης. Και είναι βέβαια ακόμα η αβεβαιότητα της επόμενης μέρας, που εντείνεται από τη δραματική αναζωπύρωση κινδύνων στην περιφέρεια της Ευρωζώνης, λόγω Ιταλίας, αλλά και την επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας λόγω εμπορικών δασμών Τραμπ και κρίσης με το Ιράν.
Το δημοσιονομικό πλαίσιο της επόμενης μέρας είναι πολύ περιοριστικό, για μια οικονομία με τις ελληνικές αδυναμίες. H συρρίκνωση του ποσοστού απασχόλησης, που επιδεινώνεται από τη φυγή ανθρώπινου δυναμικού και τη μακροπρόθεσμη δημογραφική γήρανση, υπονομεύει την αναπτυξιακή δυνατότητα. Την ίδια αρνητική επίδραση ασκεί η επενδυτική υστέρηση και συρρίκνωση του φυσικού κεφαλαίου, με την ελληνική οικονομία να έχει υποστεί μαζική αποεπένδυση τα προηγούμενα χρόνια. Από 24% προ-κρίσης, οι επενδύσεις έχουν καταρρεύσει σε 12% του ΑΕΠ.
Με δεδομένο ότι ο δημόσιος τομέας δεν μπορεί να καλύψει το κενό, και οι τράπεζες θα βρίσκονται σε αδυναμία για αρκετά χρόνια, βασικός συντελεστής στην ανάκαμψη των επενδύσεων πρέπει να είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις. Η Ελλάδα πρέπει να γίνει ελκυστικός προορισμός για το διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο, πρέπει να γίνει περιφερειακός ηγέτης στην προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων και πολυεθνικών επιχειρήσεων. Η παρουσία τους στη χώρα μας θα βελτιώσει την παραγωγικότητα, την εξωστρέφεια, τα επίπεδα τεχνογνωσίας, τα εισοδήματα, θα συνδέσει καλύτερα την ελληνική οικονομία με παγκόσμια δίκτυα και αλυσίδες παραγωγής.
Αυτό υποδεικνύει το είδος των ευρέων μεταρρυθμίσεων με τις οποίες η Ελλάδα οφείλει τα συμπληρώσει τις πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας κατά τα επόμενα χρόνια, ή ακόμα καλύτερα να τις αντικαταστήσει (γενναίες μεταρρυθμίσεις αντί δημοσιονομικής λιτότητας).
Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα κεφαλαίου και εργασίας και την συνολική παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας. Και επίσης μεταρρυθμίσεις (στο κράτος, το θεσμικό σύστημα, τη δικαιοσύνη, την αδειοδότηση επιχειρήσεων, τις αγορές προϊόντος και υπηρεσιών, το φορολογικό πλαίσιο, την ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, τη διασύνδεση της εκπαίδευσης και κατάρτισης με τις ανάγκες της οικονομίας) που βοηθούν τη χώρα να ανέβει πολλά σκαλιά στις παγκόσμιες κλίμακες ανταγωνιστικότητας (World Economic Forum, OΟΣΑ, κλπ). Η εξωστρέφεια πρέπει να είναι στο εξής ο κύριος πλοηγός της ελληνικής οικονομίας.




































