
Του Αφεντούλη Θ. Λαγγίδη, Δρ. Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστή Ερευνών, Κέντρο Ανατολικών Σπουδών Πάντειο Πανεπιστήμιο
Μικρό το χρονικό διάστημα, που διανύθηκε από την διπλή εκλογική διαδικασία στην γειτονική Τουρκία την περασμένη Κυριακή, αλλά επαρκές πιστεύουμε για μερικές παρατηρήσεις και σχόλια. Επαρκές, διότι η Ιστορία της Ρεπουμπλικανικής Τουρκίας (της Τουρκίας που ίδρυσε το 1923 ο Μουσταφά Κεμάλ) ναι μεν εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, αλλά από την άλλη βρίθει ανατροπών και ιστορικών γεγονότων με όχι μικρότερη σημασία.
Κατά το ρηθέν, «προνόμιο» κάθε γενεάς, καθίσταται το να θεωρεί πως όσα συμβαίνουν σήμερα, και όσα συνέβησαν μόλις εχθές ή προχθές, αποτελούν μια ιστορική μοναδικότητα. Η Ιστορία σαφώς και δεν επαναλαμβάνεται, αλλά πολλά μοτίβα επανέρχονται με διάφορες παραλλαγές. Η ιστορία δε της Τουρκίας και της προκατόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζει, εμμονικά θα έλεγε κανείς, ένα «οδηγό-μοτίβο» (leit-motiv), αυτό της συνεχούς διαπάλης μεταξύ εκσυγχρονισμού- δυτικοποίησης-κοσμικότητας από τη μια, και συντηρητισμού-εσωστρέφειας-επικράτησης του θρησκευτικού στοιχείου, βλ. Ισλάμ/Πολιτικό Ισλάμ από την άλλη.
Ο Ρετζέπ Ταϊπ Έρντοαν, δημιούργησε μια Προεδρία «ενισχυμένη με αναβολικά- στεροειδή», με εξουσίες μοναδικές ανά τον κόσμο, προσαρμοσμένη στα μέτρα των δικών του φιλοδοξιών και επιδιώξεων. Στα μάτια ενός δυτικού, φαίνονται –και είναι- εξωφρενικά υπερβολικές, αλλά, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, δεν θα σταματήσει σε αυτές. Στόχος, μύχιος αλλά και ρητά εκπεφρασμένος, η αλλαγή του Συντάγματος του 1982, που ακόμη και μετά από τις διαδοχικές αναθεωρήσεις που το κατέστησαν ένα συμπίλημα αλλαγών και εμβόλιμων διατάξεων, φέρει τη σφραγίδα των στρατιωτικών που το έθεσαν εν ισχύ, μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980.
Είναι όμως και αυτό και όσες άλλες ad-hoc αλλαγές επιφέρει ο τούρκος Πρόεδρος αρκετό ώστε να δίνει λαβή σε σχόλια του τύπου:
«Η Τουρκία έχει μπει πλέον σε ένα νέο δρόμο, χωρίς επιστροφή»;
Ο περιορισμένος χώρος ενός σύντομου άρθρου, δεν επιτρέπει εκτενείς ιστορικές αναδρομές, αλλά, ας αναστοχαστούμε για παράδειγμα , με ποιο τρόπο σχολίαζαν – εντός και εκτός Τουρκίας – το αποτέλεσμα των εκλογών του 1950, τις στρατιωτικές επεμβάσεις του 1960 ή του 1980. Η αίσθηση του μόνιμου του αναπόδραστου και φαταλιστικού, στα μεθεόρτια των γεγονότων αυτών, ήταν και τότε πολύ έντονη.
Ας είμαστε λοιπόν περισσότερο μετρημένοι στα σχόλια και τις εκτιμήσεις μας, ενθυμούμενοι πάντοτε πως στην Ιστορία, η «μεγάλη εικόνα» είναι αυτή που μετράει.




































