Χρέος και αγορές

Χρέος και αγορές

Του Ευάγγελου Δρυμπέτα, Κοσμήτορα και Καθηγητή Οικονομικών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Η 20η Αυγούστου αποτελεί σίγουρα μια ημερομηνία-κλειδί για τις τρέχουσες οικονομικές εξελίξεις. Όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να έχουμε μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι σημαίνει αλλά και το τι δεν σημαίνει αυτό.

Καταρχήν δεν σημαίνει την απελευθέρωση από τις υποχρεώσεις απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους μας. Είναι ένα σημαντικό ερώτημα κατά πόσο η στρατηγική που αυτοί επέβαλαν για την έξοδο από την κρίση είναι αποτελεσματική ή όχι. Το βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα έχει την τυπική υποχρέωση να συνεχίσει στη κατεύθυνση και να νομοθετήσει  και να εφαρμόσει τα μέτρα που έχουν προδιαγράψει τα μνημόνια που έχει υπογράψει.

Αυτό που, επίσης, σίγουρα θα συμβεί είναι ότι η χώρα θα πρέπει να στηρίζεται πλέον στις αγορές για την εξυπηρέτηση του χρέους της. Προβάλλεται ή υπάρχει η άποψη ότι οι αγορές αποτελούν προτιμητέο καθεστώς σε σχέση με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς στους οποίους στηριχτήκαμε τα προηγούμενα χρόνια. Δεν είναι καθαροί οι λόγοι που υποστηρίζουν αυτή την άποψη. Σημαντικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι τα επόμενα δυο ή τρία χρόνια, η χώρα θα καταφύγει περιορισμένα στις αγορές καθώς οι υποχρεώσεις της τυχαίνει να είναι ιδιαίτερα χαμηλές. Φυσικά δεν συμβαίνει καθόλου το ίδιο τα χρόνια που ακολουθούν.  Οι αγορές είναι εξ ορισμού απρόσωπες, δεν διαπραγματεύονται ενώ κοινωνικές και εθνικές διαστάσεις είναι απλά εκτός της λογικής τους.

Τρείς είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο επηρεάζουν τις αποφάσεις των αγορών:

  1. Οι διεθνείς συνθήκες και η ρευστότητα που οι αγορές διαθέτουν,
  2. Η αναπτυξιακή προοπτική και η ικανότητα να παράγονται δημοσιονομικά πλεονάσματα,
  3. Το συνολικό χρέος της χώρας σε σχέση με το ΑΕΠ της.

Σε ότι αφορά τις διεθνείς συνθήκες, διάγουμε μια ασυνήθιστα θετική περίοδο με χαμηλά επιτόκια και υψηλή ρευστότητα. Οι προσδοκίες όμως είναι για άνοδο των επιτοκίων και συγκράτηση της διαθέσιμης ρευστότητας.

Σε  σχέση με τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, αυτά θεωρούνται το κύριο «επίτευγμα» της ισχύουσας οικονομικής πολιτικής. Δημιουργήθηκαν με υψηλό κοινωνικό κόστος μέσα από βαριά φορολογία και δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών. Είναι αμφίβολο όμως αν είναι μακροχρόνια διατηρήσιμα. Η κόπωση και η προσέγγιση των ορίων της φοροδοτικής ικανότητας είναι εμφανείς. Αρκεί να λάβουμε υπόψη μας τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο έχουν ξεπεράσει τα 100 δις και αποτελούν από μόνες τους ένα σημαντικότατο πρόβλημα δημοσιονομικής διαχείρισης. Τα υγιή πλεονάσματα εδράζονται πάνω στην ανάπτυξη και οι επιδόσεις της χώρας σε αυτό τον τομέα είναι αναιμικές. Οι μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών υστερούν σε αναπτυξιακό αποτέλεσμα, το χρόνιο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας παραμένει και η επαχθής φορολογία έχει ξεκάθαρο αντιαναπτυξιακό αντίκτυπο.

Τέλος δεν μπορεί να νοηθεί εμπιστοσύνη των αγορών με χρέος που προσεγγίζει το 180% του ΑΕΠ.

Δυστυχώ όμως ο πήχης σε αυτό το θέμα έχει κατέβει επικίνδυνα. Φραστικές διαβεβαιώσεις και μέτρα που στηρίζονται σε μελλοντικές εγκρίσεις και σε διαθέσεις επόμενων εθνικών κοινοβουλίων δεν επαρκούν.

Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι το μόνο βέβαιο χαρακτηριστικό των σχέσεων της χώρας με τις αγορές είναι η αβεβαιότητα. Οι αγορές μετατρέπουν την αβεβαιότητα σε κόστος και τα περιθώρια υψηλού κόστους δανεισμού είναι για τη χώρα ανύπαρκτα.

ειδήσεις επικαιρότητας