
Στο χειρότερο ιστορικά σημείο βρίσκεται η αποταμίευση των Ελλήνων, που πλέον δεν έχουν την δυνατότητα να βάλουν κάτι στην άκρη για τις δύσκολες ημέρες, διαπιστώνει ο ΣΕΒ.
Οι πενιχρές αποταμιεύσεις των ηλικιωμένων, τείνουν να στηρίζουν κυρίως τα παιδιά τους, τα οποία ζουν με δανεικά από τις τράπεζες ή με «χορηγίες» γονέων.
Από το 2012, η αποταμίευση των νοικοκυριών έχει γίνει αρνητική ενώ επιδεινώνεται συν τω χρόνω, αναφέρει ο ΣΕΒ σε ανάλυσή του για την πορεία της αποταμίευσης κατά την περίοδο της κρίσης (2010-2016).
Ιστορικό χαμηλό για την αποταμίευση
Το 2017, το ποσοστό αποταμίευσης διαμορφώθηκε, μάλιστα, στο χαμηλότερο επίπεδο της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας της χώρας (-7,3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος), με τους φόρους και εισφορές να έχουν αυξηθεί, ως ποσοστό του εισοδήματος των μισθωτών, των ελεύθερων επαγγελματιών και των συνταξιούχων, από 28,3% το 2014 σε 30% το 2017.
Η αδυναμία αποταμίευσης σήμερα έχει συνέπειες για την ευημερία των νοικοκυριών διαχρονικά, καθώς, σε συνδυασμό με την απουσία τραπεζικής χρηματοδότησης, περιορίζει το ύψος των επενδύσεων των νοικοκυριών (αγορά κατοικίας, επιχειρηματική δραστηριότητα ελεύθερων επαγγελματιών, κ.ο.κ.), καθώς τα νοικοκυριά προσπαθούν σήμερα να συντηρήσουν ένα επίπεδο κατανάλωσης μεγαλύτερο από αυτό που στηρίζει το τρέχον εισόδημα τους.
Ζουν με δανεικά και χορηγείες
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι άνθρωποι που δεν αποταμιεύουν σήμερα είναι εκείνοι στις πιο παραγωγικές ηλικίες των 35-54 ετών που, πριν την κρίση, και αποταμίευαν και αποπλήρωναν τα δάνειά τους και έβαζαν κάτι στην άκρη για αργότερα.
Μάλιστα, τα νοικοκυριά με αρχηγό οικογένειας ηλικίας 35-44 ετών είναι τα πλέον επιβαρυμένα. Ενώ στην αρχή της κρίσης (2010) αποταμίευαν το 2,3% των εισοδημάτων τους, σήμερα (2016) η αποταμίευση τους είχε γίνει βαθιά αρνητική (-13,3%).
Όταν οι άνθρωποι αυτοί γίνουν συνταξιούχοι, τότε οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις τους θα είναι χαμηλές, ενώ και οι συντάξεις τους θα είναι μειωμένες, λόγω της ανυπαρξίας συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, αλλά και της προϊούσας γήρανσης του πληθυσμού. Έτσι, η κατανάλωσή τους θα συμπιέζεται και από τις δύο πλευρές.
Τέλος, τα νοικοκυριά, με αρχηγό οικογένειας σε ηλικία έως 34 ετών, υπό κανονικές συνθήκες, έχουν αρνητική αποταμίευση, καθώς η κατανάλωσή τους στηρίζεται με δανεικά από τις τράπεζες ή με «χορηγίες» γονέων. Με την κρίση, όμως, οι τράπεζες παραμένουν επιφυλακτικές στη χορήγηση νέων δανείων προς τα νοικοκυριά.
Μείωση κατανάλωσης
Ταυτόχρονα, έχει μειωθεί κατακόρυφα η κατανάλωσή τους αλλά πολύ λιγότερο από το εισόδημά τους, με την αρνητική τους αποταμίευση να έχει εκτοξευθεί στα ύψη, καθώς οι «χορηγίες» γονέων συνεχίζονται. Σημειώνεται ότι η αποταμίευση στα νοικοκυριά με αρχηγό οικογένειας ηλικίας άνω των 65 ετών (κυρίως συνταξιούχοι) ήταν πριν την κρίση, αλλά και είναι και σήμερα, θετική, αν και έχει μειωθεί κατά τι λόγω της ύφεσης. Το εύρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με την θεωρία που θέλει τους ηλικιωμένους να έχουν αρνητική αποταμίευση, καθώς στηρίζουν ένα επίπεδο κατανάλωσης υψηλότερο του εισοδήματος τους, χρησιμοποιώντας την αποταμίευσή τους.
Φυγή νέων από τη χώρα
Προφανώς, στην Ελλάδα οι αποταμιεύσεις των ηλικιωμένων τείνουν να στηρίζουν κυρίως τα παιδιά τους, είτε ενισχύοντας το εισόδημά τους, εν ζωή, είτε τον πλούτο τους, μετά θάνατον. Παρόλα αυτά, πολλοί νέοι άνθρωποι φεύγουν από την Ελλάδα σε αναζήτηση επαγγελματικής αποκατάστασης, ενώ όσοι σπούδασαν στο εξωτερικό, δεν επιστρέφουν πίσω στην πατρίδα. Και αυτό συμβαίνει διότι αξιώνουν την απλή κανονικότητα που τους στέρησε η χώρα στην οποία γεννήθηκαν, δηλαδή να αγοράσουν ένα σπίτι, να ανοίξουν μια επιχείρηση και να φτιάξουν οικογένεια.
Δεν είναι τυχαίο, πάντως, που η ελληνική κοινωνία «άντεξε» την μεγαλύτερη κρίση στην μεταπολεμική της ιστορία, καθώς οι συντάξεις έπαιξαν τον ρόλο της μητέρας όλων των οικονομικών σταθεροποιητών, στηρίζοντας την κατανάλωση ακόμη και των πιο παραγωγικών ηλικιών που υπερφορολογούνται για να πληρωθούν οι συντάξεις, σε ένα φαύλο κύκλο που δεν αφήνει την οικονομία να σταθεί στα πόδια της.

































