Τι αποκαλύπτει έκθεση για την ελληνική οικονομία

Με 2,4% θα αναπτυχθεί το 2020 η ελληνική οικονομία, εκτιμά η ΕΕ στις χειμερινές προβλέψεις

Η πρόσφατη επίτευξη συμφωνίας με τους θεσμούς αποτελεί ορόσημο για την γ’ αξιολόγηση του προγράμματος, σύμφωνα με την τριμηνία έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου για την οικονομία, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα.
Στην έκθεση γίνεται εκτενής αναφορά στους θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του έτους, και υπογραμμίζεται το γεγονός ότι το 2017 η οικονομία εξέρχεται από μακρά αποπληθωριστική περίοδο.
Στην έκθεση επισημαίνονται και τα «αγκάθια» της οικονομικής ανάπτυξης όπως η μείωση των επενδύσεων, το γεγονός ότι η πλειονότητα των προσλήψεων αφορά σε θέσεις µερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, αλλά και το γεγονός πως καταγράφηκε υστέρηση των εισπράξεων άµεσων φόρων σε σχέση µε πέρυσι. Μάλιστα πάνω σε αυτό το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο σημειώνει χαρακτηριστικά ότι το θέμα απαιτεί ιδιαίτερη παρακολούθηση.

Αναλυτικά τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης

Τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης, όπως αποτυπώνονται από τους συντάκτες της, είναι τα ακόλουθα:
Θετικοί ρυθµοί µεγέθυνσης του ΑΕΠ κατά 1,6% και 1,3% σημειώθηκαν το Β΄ και Γ΄ τρίµηνο του έτους. Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,6% του δεύτερου τριμήνου του έτους, είναι η υψηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί από το 2008. Για να επιτευχθεί, πάντως, ο στόχος για ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,6% φέτος, θα πρέπει το τρίμηνο να καταγραφεί αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης κατά 3,1%.
Ανησυχία προκαλεί τόσο η µείωση των επενδύσεων (στον βαθµό που δεν αντανακλά, αποκλειστικά, υστερήσεις στην εκτέλεση του Π∆Ε), όσο και η αύξηση των εισαγωγών στο Γ΄ τρίµηνο του 2017.
Το 2017 η οικονοµία εξέρχεται από µακρά αποπληθωριστική περίοδο. Ο ∆είκτης Τιµών Καταναλωτή καταγράφει άνοδο της τάξης του 1,1%, το Νοέμβριο.
Η βελτίωση στην αγορά εργασίας συνεχίζεται. Το ποσοστό της ανεργίας µειώθηκε σταθερά καθ΄ όλη τη διάρκεια του 2017 και διαµορφώθηκε, τον Σεπτέµβριο, σε 20,5%. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί από τον Οκτώβριο του 2011. Επίσης, είναι μειωμένο, περισσότερο 7% από το υψηλότερο σημείο στο οποίο είχε ανέλθει η ανεργία τον Σεπτέμβριο του 2013.
• Το ισοζύγιο των ροών µισθωτής απασχόλησης παρέµεινε θετικό για το διάστηµα Ιανουαρίου-Οκτωβρίου, µε την πλειονότητα, ωστόσο, των προσλήψεων να αφορά θέσεις µερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης («ελαστικές» µορφές απασχόλησης).
• Χωρίς σηµαντικές διακυµάνσεις το ισοζύγιο πληρωµών και τα επιµέρους ισοζύγια.
• Βελτιωµένος ο δείκτης οικονοµικού κλίµατος και οι περισσότεροι επιµέρους κλάδοι.
Συνεχίζεται η πτώση στον κατασκευαστικό κλάδο.
• Σχεδόν διπλάσιο έναντι του «στόχου» το πρωτογενές αποτέλεσµα του κρατικού προϋπολογισµού το δεκάµηνο του 2017 και υψηλότερο σε σχέση µε το αντίστοιχο περσινό σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης. Θεωρείται πλέον βέβαιο, ότι η απόδοση θα υπερβεί και πάλι τον στόχο για το 2017.
• Ενίσχυση των εισπράξεων έµµεσων φόρων, υστέρηση των εισπράξεων άµεσων φόρων σε σχέση µε πέρυσι. Το τελευταίο απαιτεί ιδιαίτερη παρακολούθηση.
• Σηµαντική µείωση των ληξιπρόθεσµων οφειλών του Δηµοσίου σε σχέση µε πέρυσι.
Η µείωση ανέρχεται στο 26,5% σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης και σε 32,1% αν συµπεριληφθούν και οι επιστροφές φόρων.
• Συνεχίζεται η συσσώρευση νέων ληξιπρόθεσµων απαιτήσεων του ελληνικού Δηµοσίου.
Η τάση ωστόσο, φαίνεται να αποκλιµακώνεται. Σταθερή βελτίωση καταγράφεται στις εισπράξεις παλαιών και νέων ληξιπρόθεσµων οφειλών.
Σηµαντική αποκλιµάκωση της απόδοσης των δεκαετών ελληνικών κρατικών οµολόγων. ∆ιαµορφώθηκε κάτω του 4,4%, το χαµηλότερο επίπεδο από το 2009 (πρόκειται για στοιχεία, η τελευταία επεξεργασία των οποίων έγινε στις 13 Δεκεμβρίου, με αποτέλεσμα η έκθεση να μην καταγράφει την περαιτέρω αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων στο διάστημα μετά από την ημερομηνία αυτή).

ειδήσεις επικαιρότητας