
Η δημιουργία ειδικού χωροταξικού πλαισίου για την αξιοποίηση των ορυκτών πρώτων υλών, η ένταξη του κλάδου στον αναπτυξιακό νόμο, αλλά και η πάταξη της παράνομης λατόμευσης περιλαμβάνονται στα βασικά αιτήματα της εξορυκτικής βιομηχανίας, τονίστηκε σήμερα σε εκδήλωση του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, με αφορμή την παρουσίαση μελέτης του ΙΟΒΕ για τη συμβολή του κλάδου στην οικονομία.
Στρατηγικής σημασίας για τη χώρα η εξόρυξη
Συγκεκριμένα, όπως τόνισε ο πρόεδρος του ΣΜΕ, Αθ. Κεφάλας, η δημιουργία ειδικού χωροταξικού πλαισίου για την αξιοποίηση των ορυκτών πρώτων υλών αποτελεί ένα από τα βασικά βήματα προς την κατεύθυνση της άρσης των βασικών δυσλειτουργιών που χαρακτηρίζουν τον κλάδο. Η εξόρυξη, όπως είπε, αποτελεί μια οικονομική δραστηριότητα στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με συγκεκριμένες χωρικές τοποθεσίες. Επομένως, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο να τεθούν με ξεκάθαρους όρους οι χωροταξικές συνθήκες για την ανάπτυξη του κλάδου αλλά και να ενσωματωθούν οι υποχρεώσεις του προς το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον στο εργαλείο του ειδικού χωροταξικού πλαισίου.
Ο αναπτυξιακός νόμος εκσυγχρονίζει τις εγκαταστάσεις
Σε ότι αφορά τον αναπτυξιακό νόμο, τονίστηκε ότι θα οδηγήσει σε εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων, αλλά και στη βελτίωση των δεξιοτήτων των εργαζόμενων στον κλάδο, ενώ για την παράνομη λατόμευση, ο ΣΜΕ επισημαίνει ότι βλάπτει το περιβάλλον, τον ανταγωνισμό και την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.
Μιλώντας με αριθμούς
Επιπρόσθετα, αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, η αξία των πωλήσεων της εξορυκτικής βιομηχανίας εκτιμάται σε 1,8 δισ. ευρώ το 2016, έναντι 2,5 δισ. ευρώ το 2009. Η πτώση ήταν εντονότερη το 2016, εξαιτίας κυρίως της μείωσης της εξόρυξης λιγνίτη και της υποχώρησης των τιμών του νικελίου και του αλουμινίου. Σε όρους όγκου παραγωγής καταγράφεται ήπια άνοδος στα μεταλλικά και βιομηχανικά ορυκτά και σταδιακή ανάκαμψη στα αδρανή μετά από ραγδαία πτώση την περίοδο 2009 – 2012.
Σε ότι αφορά τις επενδύσεις, σημαντική άνοδος παρατηρήθηκε το 2016, μετά από μια διετία καθίζησης, καθώς και βελτίωση σε περιβαλοντικούς δείκτες, μείωση των απορριμμάτων κατά 30% σε σχέση με το 2010, αλλά και εξασθένιση των εξαγωγών, ενώ επισημαίνεται και επιδείνωση της δανειακής επιβάρυνσης του κλάδου, καθώς και της κερδοφορίας, κυρίως λόγω των αποτελεσμάτων του ενεργειακού κλάδου.

































