
Η τρίτη μεγαλύτερη εταιρία της Βρετανίας, στο χαρτοφυλάκιο της οποίας περιλαμβάνονται δεκάδες προϊόντα, είχε μέχρι σήμερα δύο κεντρικά γραφεία, στο Λονδίνο και στο Ρότερνταμ. Το 2017, άρχισε να επαναξιολογεί τη δομή της διπλής έδρας αφού απέρριψε την προσφορά εξαγοράς ύψους 143 δισ. δολαρίων από την Kraft Heinz.
Έτσι η Unilever επέλεξε το Ρότερνταμ έναντι του Λονδίνου ως έδρα της η αγγλοολλανδική εταιρία καταναλωτικών προϊόντων, προκειμένου να αποτελέσει μια ενιαία νομική οντότητα στην Ολλανδία.
Δεν σχετίζεται με το Brexit
Η Unilever ανακοίνωσε ότι η επιλογή της να τερματίσει 88 χρόνια λειτουργίας με αυτό το σύστημα των δύο κεντρικών γραφείων δεν συνδέεται με το Brexit ή με μια τάση προστατευτισμού, αλλά θα απλοποιήσει τη δομή της, θα βελτιώσει την εταιρική της διακυβέρνηση και την βοηθήσει να εξασφαλίσει συμφωνίες εξαγοράς.
Η Unilever, που γεννήθηκε το 1930 από τη συγχώνευση της ολλανδικής εταιρίας μαργαρίνης Margarine Unie και της βρετανικής σαπωνοποιίας Lever Brothers, ανακοίνωσε ότι τα 7.300 εργαζόμενοί της στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και οι 3.100 εργαζόμενοι στην Ολλανδία δεν θα επηρεαστούν και η εταιρία θα συνεχίσει να είναι εισηγμένη στο Λονδίνο, το Άμστερνταμ και τη Νέα Υόρκη.
«Δεν αφορά το Brexit», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Πολ Πόλμαν. «Η Unilever βρίσκεται σε 190 χώρες στον κόσμο. Οι περισσότερες από αυτές δεν είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης, η Unilever θα δημιουργήσει τρεις τομείς, με τις μονάδες προϊόντων ομορφιάς και οικιακών προϊόντων να έχουν τα κεντρικά τους γραφεία στο Λονδίνο. Τα κεντρικά γραφεία της μονάδας τροφίμων και αναψυκτικών θα βρίσκονται στην έδρα της εταιρίας στο Ρότερνταμ.
Η Unilever είχε πραγματοποιήσει συζητήσεις με τις κυβερνήσεις και των δύο χωρών πριν λάβει την απόφασή της και η κίνηση θα θεωρηθεί πλήγμα στην πρωθυπουργό Μέι που βρίσκεται σε συνομιλίες με τις Βρυξέλλες για την αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ στις 29 Μαρτίου του 2019.

































