
«Το ακριβές επίπεδο της αύξησης του κατώτατου μισθού θα ανακοινωθεί από τον πρωθυπουργό την ερχόμενη εβδομάδα» αναφέρει η υπουργός Εργασιας, Έφη Αχτσιόγλου, σε συνέντευξή της στην εφ. «Documento», προσθέτοντας ότι η αύξηση «από την οποία θα ωφεληθούν άμεσα περίπου 880.000 συμπολίτες μας» θα ισχύσει από την 1η Φεβρουαρίου, ενώ παράλληλα με την αύξηση, θα καταργηθεί ο υποκατώτατος μισθός για τους νέους έως 25 ετών, έτσι ώστε «ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός θα ισχύει για όλους χωρίς ηλικιακές διακρίσεις».
Επισημαίνει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού «θα τονώσει την εσωτερική ζήτηση, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για μια οικονομία όπως η ελληνική και άρα θα συμβάλει στην αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας».
Η κ. Αχτσιόγλου αναφέρει ότι «η νεοφιλελεύθερη αφήγηση ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού απειλεί τις θέσεις εργασίας, δεν επαληθεύεται ούτε από την εμπειρία, ούτε από τις πλέον πρόσφατες έρευνες». «Αυτό που έχει αποδεδειγμένα λειτουργήσει υφεσιακά στην ελληνική οικονομία ήταν οι πολιτικές της μείωσης των μισθών και συμπίεσης εργατικών δικαιωμάτων την περίοδο 2010-2014» σημειώνει η υπουργός Εργασίας.
Αναφέρει ακόμα ότι η ρύθμιση οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία θα τεθεί σε εφαρμογή από τον Μάρτιο και οι βασικές προδιαγραφές της περιλαμβάνουν:
α) για τις οφειλές που δημιουργήθηκαν έως τις 31/12/2016 θα υπάρξει κούρεμα και της βασικής οφειλής, μείωση των προσαυξήσεων κατά 85% και δυνατότητα εξόφλησης σε έως και 120 δόσεις.
β) Ρύθμιση και η εξόφληση σε δόσεις των οφειλών που δημιουργήθηκαν από 1/1/2017 έως 31/12/2017, με τις δόσεις για οφειλή έως 3000 Euro να είναι έως και 36 για μεγαλύτερη οφειλή έως και 120.
Η κ. Αχτσιόγλου εκτιμά ότι θα συνεχιστεί η πτωτική τάση της ανεργίας, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι στόχος της κυβέρνησης είναι «οι εργαζόμενοι να δηλώνονται, να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματά τους, να τηρούνται τα ωράριά τους και να αμείβονται αξιοπρεπώς».
Συμπεριέλαβε στις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης την ενίσχυση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ).
Ποιες επιχειρήσεις «χτυπά» η αύξηση του μισθολογικού κόστους
Οι σημερινές ανακοινώσεις αναμένεται να οδηγήσουν την εγχώρια αγορά εργασίας σε ένα νέο κοινωνικό, οικονομικό και επιχειρηματικό τοπίο. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα συμβάλλει στη μείωση της ανισοκατανομής του εισοδήματος και στην σταθεροποίηση της κοινωνικής συνοχής. Στον αντίποδα, επιχειρηματίες και κάποιες από τις ενώσεις εργοδοτών εμφανίζονται άκρως επιφυλακτικές, ως προς το μέγεθος των χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων και κατά συνέπεια, την αρνητική επίδραση μιας πιθανά μεγάλης αύξησης, στην παραγωγικότητα της εργασίας και την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας.
Μια πιθανή αύξηση πέριξ του 8% με 10% αφορά σήμερα, σύμφωνα με το τελικό πόρισμα των ειδικών, που αποτελεί και την βάση για την τελική απόφαση, το 8,3% των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Μικρές επιχειρήσεις, με χαμηλή παραγωγικότητα σε κλάδους όπως το εμπόριο, τα καταλύματα και τον επισιτισμό είναι αυτές που θα δοκιμαστούν περισσότερο, καθώς εκτιμάται ότι το μισθολογικό τους κόστος μπορεί να αυξηθεί ακόμη και κατά 3% με 4%.
Βάσει των στοιχείων που έχουν επεξεργαστεί οι «Σοφοί» και καταγράφουν στο πόρισμά τους, η μισθολογική δαπάνη για όσους πληρώνονται με τον κατώτατο ή κάτω από αυτόν ανέρχεται σε λίγο πάνω από 5% της συνολικής μισθολογικής δαπάνης στον ιδιωτικό τομέα. Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής “Σοφών” εκτιμούν ότι μια πιθανή αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 5% θα αυξήσει τη μισθολογική δαπάνη σε ποσοστό κάτω του 1%, με εξαίρεση τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που η δαπάνη φαίνεται να αυξάνεται κατά 2% με 3%.
Οι κατασκευές και το χονδρικό εμπόριο αναμένεται να δουν το κόστος μισθολογικής δαπάνης να αυξάνεται κατά 2%, ενώ διάφορες υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας και ενδεχομένως εκτεταμένης εισφοροδιαφυγής και αδήλωτης εργασίας εκτιμάται ότι θα επιβαρυνθούν με 5%.
Σύμφωνα με το πόρισμα των ειδικών, μια πιθανή αύξηση 5% θα αυξήσει τον αριθμό που καλύπτονται από τον κατώτατο σε 13,5%, ενώ θα τον υπερδιπλασιάσει αν η αύξηση είναι της τάξης του 15%.
Στις μεγάλες επιχειρήσεις, τα ποσοστά των εργαζόμενων με κατώτατο μισθό είναι της τάξης του 2%, αλλά ανεβαίνουν πάνω από 10% για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Εν κατακλείδι, η επιτροπή επισημαίνει πως η αύξηση του μισθολογικού κόστους για το σύνολο της οικονομίας που θα προκύψει από μια πιθανή αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι 1,88% σε περίπτωση αύξησης 5%, 2,86% για αύξηση 10% και 4,02% για αύξηση της τάξης του 15%.
Οι διαφοροποιήσεις αυτού του επιπρόσθετου μισθολογικού κόστους ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας και κλάση μεγέθους επιχείρησης είναι σχετικά μικρές, καθώς για μια αύξηση κατά 10% προβλέπονται αυξήσεις του μισθολογικού κόστους μεταξύ 1% για επιχειρήσεις με περισσότερους από 50 απασχολούμενους και του 4,7% για επιχειρήσεις με έως 9 απασχολούμενους. Η επιβάρυνση θα είναι 1,6% στη μεταποίηση και θα φθάσει έως 3,7% στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, ενώ σε καταλύματα και εστίαση θα αγγίξει το 4,6%.
Η επιτροπή παραδέχεται επίσης, ότι ακόμη και μια ήπια αύξηση του κατώτατου μισθού, μπορεί να κλονίσει κάποιες εξαιρετικά αδύναμες επιχειρήσεις, κυρίως από τους κλάδους του λιανικού εμπορίου και της εστίασης.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

































