
Συνολική αλλαγή της αρχιτεκτονικής του προστίμου για την αδήλωτη εργασία προανήγγειλε η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ.
«Το ερώτημα για εμάς δεν περιορίζεται στο ύψος του προστίμου, αλλά αφορά τη λογική που το διέπει», ανέφερε η κα Αχτσιόγλου. Όπως εξηγεί η ίδια «ζητούμενο είναι η εξάλειψη της αδήλωτης εργασίας και όχι απλώς η είσπραξη προστίμων. Υπό αυτό το πρίσμα, προχωράμε άμεσα σε μία συνολική αλλαγή της αρχιτεκτονικής του προστίμου. Εφόσον η επιχείρηση που βρέθηκε με αδήλωτο εργαζόμενο, προχωρήσει σε πρόσληψη του εργαζομένου με σύμβαση πλήρους απασχόλησης, το πρόστιμο θα μειώνεται σημαντικά, έως και 50%. Πέρα από το πρόστιμο, όμως, η επιχείρηση θα έχει την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών υπέρ του εργαζομένου.»
Οι εκτιμήσεις για τα νέα μέτρα
Η υπουργός Εργασίας εκτιμά πως με το συνδυασμό αυτών των δύο μέτρων, εξυπηρετείται μία νέα λογική. Πυρήνας της είναι η απόδοση δικαιοσύνης υπέρ του εργαζομένου που ήταν αδήλωτος. Ωστόσο, όπως είπε, σε περίπτωση υποτροπής, οι ποινές θα γίνουν ακόμα πιο αυστηρές στο οικονομικό σκέλος. Υπενθυμίζεται πως ήδη με το νόμο που ψήφισε η Βουλή το Σεπτέμβριο, σε αυτές προστέθηκε η προσωρινή αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης.
Η Ε. Αχτσιόγλου για τη ρύθμιση για τις οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία
Παράλληλα, η υπουργός Εργασίας απάντησε και σε σχετικό ερώτημα για τη νέα ρύθμιση 120 δόσεων για τις οφειλές στα ασφαλιστικά Ταμεία. Όπως σημείωσε «Η ρύθμιση καλύπτει οφειλές που «γεννήθηκαν» έως τις 31.12.2016. Οι αιτήσεις θα υποβάλλονται έως τις 31.12.2018. Αφορά φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα ή νομικά πρόσωπα, εφόσον οι συνολικές οφειλές τους προς όλους τους πιστωτές τους δεν υπερβαίνουν τις 20.000 ευρώ. Επιπλέον, οι οφειλές τους προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης να μην υπερβαίνουν το 85% των συνολικών οφειλών τους. Επίσης, αφορά φυσικά πρόσωπα χωρίς πτωχευτική ικανότητα με επιχειρηματική δραστηριότητα (π.χ. δικηγόροι, αγρότες). Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να έχουν κάνει έναρξη εργασιών και ότι οι οφειλές τους προς τους ΦΚΑ δεν υπερβαίνουν τις 50.000 ευρώ».

































