
Επίθεση κατά του Γραφείου Προϋπολογισμού στη Βουλή και του επικεφαλής του, Παναγιώτη Λιαργκόβα, έκανε ο πρόεδρος της Βουλής, κ. Νίκος Βούτσης, με αφορμή τα στοιχεία της τριμηνιαίας έκθεσης για την ελληνική οικονομία, που δημοσιεύτηκε χθες.
Η δήλωση Βούτση
«Η συνηγορία και η συνδρομή για την αναγκαία αναδιάρθρωση του χρέους, στην κρίσιμη μάλιστα περίοδο που η ελληνική κυβέρνηση έχει προχωρήσει στις σχετικές διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς και αναμένονται θετικές εξελίξεις το προσεχές διάστημα, δεν είναι δυνατόν να γίνονται με διογκωμένα στοιχεία από πίνακες της χρήσης του έτους 2013 και με την κινδυνολογία περί χρεοκοπίας. Εκφράζω την έκπληξή μου για τη χρήση μη έγκυρων στοιχείων και τη συνακόλουθη δημιουργία επικοινωνιακών εντυπώσεων», δήλωσε ο πρόεδρος της Βουλής αναφορικά με το στοιχείο που έχει περιληφθεί στην τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, με συντονιστή τον Παναγιώτη Λιαργκόβα, για επιβάρυνση με τόκους 84,3 δισ. ευρώ στο χρονικό διάστημα 2020-2026.
Σημειώνεται ότι κατά του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής στράφηκε νωρίτερα για το ίδιο θέμα και ο υπουργός Οικονομικών, κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος.
Ενστάσεις από το υπουργείο Οικονομικών
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε πριν λίγο το υπουργείο Οικονομικών αναφέρει πως δεν είναι ακριβείς οι εκτιμήσεις για τις δαπάνες των τόκων που περιλαμβάνονται στην τριμηνιαία έκθεση Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2017 του Γραφείου Προυπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Όπως υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση, πρόκειται για εκτιμήσεις που ανάγονται στα τέλη του 2013 όπου μεταξύ άλλων τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλότερα και δεν είχαν εφαρμοσθεί τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος που αποφασίστηκαν στο Eurogroup του Μαίου του 2016.
Η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών:
Το υπουργείο Οικονομικών σέβεται απόλυτα την ανεξαρτησία του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, όπως και άλλων αντίστοιχων φορέων, και δε συνηθίζει να σχολιάζει τις εκθέσεις και τις απόψεις που εκφέρονται από τα μέλη του. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οφείλει να αποκαθιστά την πραγματικότητα όταν διαπιστώνονται σφάλματα.
Οι εκτιμήσεις για τις δαπάνες τόκων που αναφέρονται στην τριμηνιαία έκθεση Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2017 του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (σελ. 12) δεν είναι ακριβείς.
Οι εκτιμήσεις αυτές ανάγονται στα τέλη του 2013 όπου, μεταξύ άλλων, τα επιτόκια, ήταν πολύ υψηλότερα και δεν είχαν εφαρμοστεί τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος τα οποία αποφασίστηκαν στο Eurogroup του Μάιου του 2016. Σημειώνεται, επίσης, ότι το 2013 το δημόσιο χρέος είχε σε ποσοστό 80% κυμαινόμενα επιτόκια. Είναι επομένως άστοχο να προβαίνει κανείς σήμερα σε προβλέψεις για την περίοδο 2023-2026 με βάση στοιχεία που ίσχυαν πριν από τέσσερα χρόνια.
Με βάση τα νέα στοιχεία και τις εκτιμήσεις του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, οι τόκοι για την περίοδο 2021-2026 θα είναι μειωμένοι από 24% έως και 36% σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους, ανάλογα με τις παραδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό τους.
Σε κάθε περίπτωση ο υπολογισμός των τόκων, στο μέτρο που το μεγαλύτερο μέρος δανεισμού έχει ακόμη κυμαινόμενο επιτόκιο, εξαρτάται προφανώς από τη μέθοδο πρόβλεψης των επιτοκίων. Κατά συνέπεια, σε τόσο μακρινές περιόδους, η πιθανότητα σοβαρών αποκλίσεων είναι μεγάλη. Συνεπώς ο υπολογισμός αυτός επιβάλλεται να αναθεωρείται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε κάθε περίπτωση τα επίσημα στοιχεία για τις δαπάνες τόκων είναι αυτά που αναφέρονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021.

































